Δημοσιεύτηκε στις 3/12/2023

6η Συνάντηση: Ο Φετιχιστικός Χαρακτήρας του Εμπορεύματος και το Μυστικό του (Μέρος Δεύτερο)

Β2. Ο φετιχιστικός χαρακτήρας του εμπορεύματος και το μυστικό του

Μέρος Δεύτερο της παρουσίασης (σελ. 56-63)

Θα καταπιαστούμε με τις τελευταίες σελίδες της ενότητας για τον φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος. Τα παραθέματα που προέρχονται από την ενότητα αυτή υπομνηματίζονται μόνο με τον αριθμό σελίδας και παραγράφου που αντιστοιχούν στην έκδοση από ΚΨΜ. Αποσπάσματα από άλλες βιβλιογραφικές πηγές συνοδεύονται με ενδοκειμενική βιβλιογραφική αναφορά και συμπεριλαμβάνονται παράλληλα στην αναλυτική βιβλιογραφία που καταλαμβάνει την ακροτελεύτια σελίδα της παρουσίασης.

Τέσσερα παραδείγματα

Στη συνέχεια ο Μαρξ παραθέτει τέσσερα διαφορετικά παραδείγματα καταστάσεων όπου δεν παρατηρείται φετιχισμός του εμπορεύματος. Δύο από αυτά τα παραδείγματα ---ο Ροβινσόνας και η ένωση ελεύθερων ανθρώπων--- υπάρχουν ήδη από την πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου (βλ. σελ. 822-823). Τα υπόλοιπα δύο παραδείγματα προστίθενται στη δεύτερη έκδοση, για να επεξηγήσουν καλύτερα τη θέση του Μαρξ. Ορισμένοι μελετητές τα χωρίζουν σε δύο υποθετικά και δύο ιστορικά παραδείγματα. Ο Ροβινσόνας στο νησί του και η ένωση ελεύθερων ανθρώπων είναι καταφανώς υποθετικά παραδείγματα ενώ η περίπτωση του Μεσαίωνα και της αγροτικής πατριαρχικής παραγωγής μιας αγροτικής οικογένειας αποτελούν ιστορικά παραδείγματα. Διατηρώ πολλές επιφυλάξεις για το κατά πόσο το παράδειγμα της αγροτικής οικογενειακής παραγωγής ανταποκρίνεται σε κάποια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Κατά τη δική μου κρίση, έχουμε να κάνουμε με τρία θεωρητικά παραδείγματα και μία ιστορική αναφορά.

Εκ πρώτης όψεως, ο ρόλος των παραδειγμάτων αυτών φαίνεται καθαρά λειτουργικός: έρχονται να περιγράψουν τέσσερις καταστάσεις χωρίς γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή και κατά συνέπεια χωρίς φετιχισμό του εμπορεύματος. Η πρόθεση είναι ξεκάθαρη. Ο Μαρξ επικαλείται με τη σειρά ένα μυθιστορηματικό παράδειγμα ενός ανθρώπου μόνου του, εκτός κοινωνίας, ένα ιστορικό παράδειγμα πριν την ανάδυση του καπιταλισμού, μια συνθήκη σύγχρονη αλλά στο περιθώριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής και τέλος μια κοινωνία που θα διαδεχθεί την καπιταλιστική. Αν εγκύψουμε, όμως, λίγο πιο προσεχτικά στα παραδείγματα αρχίζουν και εμφανίζονται διάφορες ρωγμές. Όχι μόνο τα παραδείγματα δεν αντέχουν στον ενδελεχή έλεγχο και αποκαλύπτουν αντιφάσεις και ασυνέπειες αλλά σε αρκετά σημεία δίνεται η εντύπωση πως ο ίδιος ο συγγραφέας υποσκάπτει ενεργητικά τη λειτουργικότητα των παραδειγμάτων του. Είναι σαν πίσω από αυτό που αρθρώνεται επιφανειακά να υποβόσκει ένα δεύτερο αφηγηματικό στρώμα που ενίοτε αναδύεται για να περιπλέξει και να αποσταθεροποιήσει το πρώτο αφηγηματικό επίπεδο. Ο Μαρξ επεμβαίνει στην ίδια του την ανάλυση παρεμβάλλοντας σκωπτικά σχόλια και σαρκαστικές αποστροφές που διαταράσσουν τη συλλογιστική ακολουθία και διανοίγουν το κείμενο σε πολλαπλά νοήματα.

Ο Ροβινσόνας

Πρώτο παράδειγμα ο ναυαγός Ροβινσόνας στο ερημικό νησί του. Για να επιβιώσει στο αφιλόξενο ερημονήσι ο Ροβινσόνας θα κληθεί να κατασκευάσει μόνος του χρηστικά αντικείμενα, να καταμερίσει την εργασία του σε διαφορετικές δραστηριότητες ανάλογα με τις ανάγκες της επιβίωσης και να κατανείμει τον χρόνο του αντίστοιχα σε κάθε δραστηριότητα ώστε να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση του Ροβινσόνα απαντούμε αξίες χρήσεις και συγκεκριμένες εργασίες, συναντάμε καταμερισμό εργασίας και εντοπίζουμε και την καταμέτρηση του εργάσιμου χρόνου. Παρ’ όλα αυτά η σχέση του Ροβινσόνα με τα προϊόντα του μόχθου του είναι απλή και διαφανής, άμεση και αδιαμεσολάβητη. Αν υπάρχει καταμερισμός εργασίας, αυτόν τον επιλέγει ο Ροβινσόνας σύμφωνα με τις ανάγκες του. Και αν έχει σημασία ο εργάσιμος χρόνος, αυτόν τον καθορίζουν με «φυσικό» τρόπο οι ιδιαίτερες απαιτήσεις της κάθε εργασίας αλλά και το σύνολο των χρηστικών πραγμάτων που πρέπει να παραχθούν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του επιβιώσαντα. Είναι πολύ λογικό να μην υπάρχει φετιχισμός σε αυτήν τη συνθήκη∙ οι σχέσεις (παραγωγής) είναι άμεσα δοσμένες και διαφανείς στο υποκείμενο. Με την πρώτη ματιά, στο ερημικό νησί δεν παράγονται καν εμπορεύματα. Ο Μαρξ σπεύδει να συμπληρώσει: «Και παρ’ όλα αυτά περιέχονται εδώ όλοι οι ουσιώδεις προσδιορισμοί της αξίας» (σελ. 57, παρ. 1). Και από εδώ εκκινούν όλα τα προβλήματα.

Η φράση αυτή απηχεί τους «αξιακούς προσδιορισμούς» που συναντήσαμε στην αρχή της ενότητας (σελ. 52, παρ. 2) και συμπαρασύρει και όλα τα αναλυτικά αδιέξοδα της επεξεργασίας που είχε κατατεθεί εκεί, για την οποία και είχαμε κάνει ένα mental note. Ο Μαρξ, θυμίζω, μας εξήγησε ότι η αξία χρήσης, η χρησιμότητα, είναι διιστορικός προσδιορισμός και εμφανίζεται σε όλες τις ιστορικές κοινωνίες. Αμφίβολο αλλά το παρακάμπτω χάριν του επιχειρήματος. Κατόπιν, παρουσίασε τρεις ακόμη «αξιακούς προσδιορισμούς» στους οποίους κατά πάσα πιθανότητα απέδωσε διιστορική διάσταση: α) τον καταμερισμό εργασίας ως ξόδεμα αδιαφοροποίητης «ενέργειας» για κάθε συγκεκριμένη εργασία, β) τον εργάσιμο χρόνο και γ) την κοινωνική διάσταση της εργασίας εν γένει. Για να καταλήξει στο τέλος, ότι αυτοί προσδιορισμοί υπάρχουν σε κάθε κοινωνία, μόνο σε μία, όμως, παίρνουν την εμπορευματική μορφή. Είχαμε καταθέσει στην αρχή της ενότητας τη δυσπιστία μας για το κατά πόσο είναι λογικά συνεκτικό να θεωρούνται αυτοί οι προσδιορισμοί διιστορικοί και ταυτόχρονα «αξιακοί προσδιορισμοί», σαν να υπήρξε διιστορικά αξία και σαν να μην ήταν γνώρισμα της εμπορευματικής κοινωνίας, μια πρόταση που αντιβαίνει στον πυρήνα του μαρξικού επιχειρήματος.

Όμως εδώ ο Μαρξ προσθέτει μια ακόμη ανακρίβεια: στο παράδειγμα του Ροβινσόνα δεν εντοπίζονται όλοι οι αξιακοί προσδιορισμοί. Διότι δεν παρατηρείται εδώ η κοινωνική διάσταση της εργασίας. Ο Ροβινσόνας Κρούσος καταπιάνεται με διαφορετικές εργασίες∙ τη μια στιγμή κατασκευάζει εργαλεία, την άλλη εξημερώνει ζώα. Ομοίως, διαμοιράζει τον χρόνο του σε διαφορετικές δραστηριότητες ανάλογα με το επιθυμητό αποτέλεσμα και την ποσότητα προϊόντων που επιδιώκει να παράξει. Τέλος, μετασχηματίζει τον φυσικό κόσμο που τον περιβάλλει δημιουργώντας αξίες χρήσης. Αλλά σε καμία από αυτές τις πτυχές της δραστηριότητάς του δεν υπεισέρχεται η κοινωνική διάσταση. Ή τουλάχιστον, δεν υπεισέρχεται φαινομενικά. Στο ερημονήσι του Ροβινσόνα δεν υπάρχει κοινωνία, δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι. Και προφανώς εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι παραγωγοί, δεν τίθεται καν το ζήτημα της ανταλλαγής, τουτέστιν δεν υπάρχουν ούτε και εμπορεύματα. Γι’ αυτό άλλωστε και η σχέση του Ροβινσόνα με τα προϊόντα της εργασίας του είναι απλή και ξεκάθαρη: δεν υπάρχει τίποτε να τη διαμεσολαβήσει.

Είναι, όμως, όντως έτσι τα πράγματα; Ο Μαρξ διανθίζει την παράγραφο που αφορά τον ήρωα του Ντεφόε (Daniel Defoe) με διάφορα σχόλια για την πρωθύστερη ζωή του Ροβινσόνα και για όσα του έχει κληροδοτήσει ο εκκοινωνισμός του στην καπιταλιστική εποχή, πριν από το επάρατο ναυάγιο. Έτσι, μαθαίνουμε ότι ο Ροβινσόνας Κρούσος «είναι ήδη από το σπίτι του ολιγαρκής» και λίγο παρακάτω πληροφορούμαστε ότι «έχει διασώσει ρολόι, λογιστικό βιβλίο, μελάνι και πένα από το ναυάγιο» καθώς και ότι «αρχίζει σύντομα, ως καλός Άγγλος, να τηρεί βιβλίο για τον ίδιο τον εαυτό του» (σελ. 57, παρ. 1). Παρ’ όλο που βρίσκεται απομονωμένος στο νησί, ο Ροβινσόνας παραμένει προϊόν της αγγλικής κοινωνίας, κουβαλάει όλες τις συνήθειες, την αγωγή, την κοσμοθεωρία και το συμβολικό σύστημα της αστικής τάξης από την οποία προέρχεται. Παραμένει, με άλλα λόγια, προϊόν μιας ιστορικά καθορισμένης κοινωνικής μορφής την οποία και μεταφέρει και στη ατυχή εξορία του. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι αυτή είναι μια εξαιρετικά διαυγής κριτική που έχει διατυπώσει ο ίδιος ο Μαρξ εναντίον των Ροβινσονάδων της πολιτικής οικονομίας. Αυτό μαρτυρά και το εκτενές απόσπασμα από την εισαγωγή στις Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (τα γνωστά και ως Grundrisse) που έχει ήδη γραφτεί μια δεκαετία πριν το Κεφάλαιο και που παρατίθεται αυτούσιο στο Παράρτημα.

Μονάχα τον 18ο αιώνα, στην «αστική κοινωνία», αντικρύζει το άτομο τις διάφορες μορφές του κοινωνικού δεσμού σαν απλό μέσο για τους ιδιωτικούς του σκοπούς, σαν εξωτερική αναγκαιότητα. Αλλά η εποχή που παράγει τούτη τη σκοπιά, τη σκοπιά του απομονωμένου ατόμου είναι ακριβώς η εποχή των πιο αναπτυγμένων μέχρι σήμερα κοινωνικών (γενικών απ’ αυτή την άποψη) σχέσεων. Ο άνθρωπος είναι με την πιο κυριολεκτική έννοια ζώον πολιτικόν όχι μόνο ομαδικό ζώο, αλλά και ζώο που μονάχα μέσα στην κοινωνία μπορεί να εξατομικευτεί. Η παραγωγή του απομονωμένου ατόμου έξω από την κοινωνία - γεγονός σπάνιο, που μπορεί βέβαια να συμβεί σ’ έναν πολιτισμένο, που μέσα του κατέχει ήδη δυνητικά τις κοινωνικές δυνάμεις, αν τύχει να βρεθεί σε μια ερημιά - είναι εξίσου αδιανόητη όσο και η ανάπτυξη της γλώσσας χωρίς άτομα που να ζουν και να μιλούν μαζί. (Μαρξ, 1989, σελ. 54)

Ο Μαρξ χλευάζει την αφέλεια της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας να φαντάζεται αυτόνομα, εξατομικευμένα όντα εκτός κοινωνίας. Και ακόμη περισσότερο οικτίρει την πεποίθηση της ότι τα απομονωμένα αυτά άτομα θα αναδημιουργήσουν μέσα από την αυθόρμητη εργασία τους και κατά τρόπο φυσικό όλα τα γνωρίσματα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο Ροβινσόνας αναπαράγει καθορισμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας ακόμη και σε απομόνωση από την ίδια την κοινωνία, ακριβώς επειδή δεν είναι αυτοφυές άτομο αλλά αναθρεμμένο σε μία καπιταλιστική συνθήκη. Αυτές τις πλάνες ---ή λαθροχειρίες--- της πολιτικής οικονομίας τις στηλιτεύει ο Μαρξ τουλάχιστον μια δεκαετία πριν την έκδοση του Κεφαλαίου. Γιατί, λοιπόν, συμπεριλαμβάνει στο εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του ένα ακόμη παράδειγμα που να αφορά τον Ροβινσόνα; Γιατί επιλέγει να μιμηθεί το ύφος και τις στιλιστικές επιλογές των επίλοιπων οικονομολόγων; Και επιπλέον, τι συνέπειες επιφέρει αυτή η επιλογή στη σαφήνεια της επιχειρηματολογίας του; Κατά πόσο του επιτρέπει να διατηρήσει μια κριτική απόσταση από το περιεχόμενο της πολιτικής οικονομίας, όταν αναπαράγει πιστά την εκφραστική της μορφή;

Απαιτητικά ερωτήματα και δυστυχώς ομολογώ ότι δεν διαθέτω ικανοποιητικές απαντήσεις. Το ακριβές νόημα του παραδείγματος μου διαφεύγει. Από τη μία, ο Μαρξ φιλοδοξεί να ειρωνευτεί τις βεβαιότητες της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Από την άλλη, αναπαράγει ένα meme της εποχής του, με όποιο συμβολικό έρμα αυτό φέρει. Τη μια στιγμή μας δείχνει ότι στο νησί δεν παράγεται αξία, την άλλη ότι υπάρχουν εκεί όλοι οι ουσιώδεις προσδιορισμοί της αξίας. Από τη μία χρησιμοποιεί τον Ροβινσόνα για να μας δείξει ότι εκτός κοινωνικής σχέσης δεν παράγεται εμπόρευμα και αξία ---άρα ούτε και φετιχισμός--- ενώ από την άλλη, τονίζει ότι ούτε στο ερημικό νησί του ο Ροβινσόνας βρίσκεται εκτός κοινωνίας. Το ύφος του είναι άλλες στιγμές απλό και περιγραφικό και άλλες σαρκαστικό και περιπαικτικό, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολή η ερμηνεία της παραγράφου. Είναι σαν να είναι γραμμένη για δύο διαφορετικές φωνές που συνυπάρχουν και ακούγονται ταυτόχρονα, με απότοκο ένα διάφωνο άκουσμα.

Ο Ευρωπαϊκός Μεσαίωνας

Στο παράδειγμα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, όπως διατυπώνεται εν συντομία από τον Μαρξ, τα πράγματα είναι πιο βατά. Πρόκειται άλλωστε για το μόνο παράδειγμα που αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη, αν και με τρόπο σχηματικό, και κατά πάσα πιθανότητα για το πιο λειτουργικό παράδειγμα. Ο Κάρολος περιγράφει σε αδρές γραμμές τη φεουδαρχική κοινωνία, η οποία φυσικά υπήρξε πιο περίπλοκη και πολυδιάστατη από την εικόνα που σκιαγραφείται στις λίγες αράδες του παραδείγματος. Εντούτοις, το επιχείρημα διαγράφεται με σαφήνεια: στον Μεσαίωνα επικρατούν σχέσεις προσωπικής εξάρτησης μεταξύ δουλοπάροικου και φεουδάρχη. Και αυτές οι σχέσεις άμεσης προσωπικής εξάρτησης αφορούν τόσο τις σχέσεις παραγωγής όσο και ολόκληρη την κοινωνική δομή. Ο δουλοπάροικος αφιερώνει συγκεκριμένο εργασιακό χρόνο δουλεύοντας στα κτήματα του φεουδάρχη ενώ επιφυλάσσει διαφορετικό χρόνο εργασίας για την δική του αναπαραγωγή. Ομοίως, ο κλήρος δεσμεύει ένα τμήμα του παραγόμενου προϊόντος με τη μορφή της δεκάτης αλλά αυτή η απόδοση γίνεται εκ των υστέρων και είναι εξωτερική προς την ίδια τη διαδικασία παραγωγής. Η σπουδαιότητα αυτής της διαπίστωσης θα αναδειχθεί σε επόμενα κεφάλαια όταν ο Μαρξ θα περιγράψει την εκμεταλλευτική σχέση που βρίσκεται κρυμμένη στην εμπορευματική παραγωγή μιας κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και θα εγκαθιδρύσει την διάκριση μεταξύ αξίας της εργασιακής δύναμης και μισθού της εργασίας. Στη μεσαιωνική κοινωνία προφανώς υπάρχει εκμετάλλευση και απόσπαση υπερεργασίας αλλά αυτή η εκμετάλλευση δεν είναι κρυμμένη πίσω από τη «δίκαιη» αμοιβή για την παρεχόμενη εργασία, όπως συμβαίνει στην καπιταλιστική συνθήκη. Είναι ορατή υπό το φως του ήλιου, διεξάγεται μέσα από σχέσεις άμεσης απόσπασης, βασίζεται σε υφαρπαγή μέσω ισχύος.

Όλη αυτή η επιχειρηματολογία θα μπορούσε να εκληφθεί ως δήλωση ότι οι μεσαιωνικές σχέσεις κυριαρχίας υπήρξαν άμεσες και αδιαμεσολάβητες, σε αντιδιαστολή με τις φετιχοποιημένες σχέσεις της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής. Η μαρξική επιχειρηματολογία, εντούτοις, είναι πιο εκλεπτυσμένη και πιο σύνθετη.

Με όποιον τρόπο λοιπόν και αν κρίνει κανείς τις χαρακτηρολογικές μάσκες μέσω των οποίων έρχονται σε επαφή οι άνθρωποι, οι κοινωνικές σχέσεις των προσώπων στις εργασίες τους εμφανίζονται επίσης ως οι δικές τους προσωπικές σχέσεις και δεν είναι μεταμφιεσμένες σε κοινωνικές σχέσεις των πραγμάτων, των εργασιακών προϊόντων. (σελ. 58, παρ. 1)

Οι σχέσεις κυριαρχίας της φεουδαρχικής εποχής δεν στηρίζονται στην ωμή βία και το δίκαιο του ισχυρού. Όπως και σε κάθε κοινωνία, η κοινωνική ιεραρχία συγκροτείται γύρω από κοινωνικές σημασίες και συμβολικές αναπαραστάσεις. Ένα ράπισμα από τον γείτονα που είναι και αυτός δουλοπάροικος δεν έχει την ίδια βαρύτητα, δεν εισπράττεται με τον ίδιο τρόπο και δεν επισείει την ίδια ανταπόδοση με το ξυλοφόρτωμα από τον επιστάτη ή από τον ίδιο τον φεουδάρχη. Η επιβολή δεν είναι ποτέ άμεση, διαμεσολαβείται πάντοτε από ιδεολογικές επενδύσεις και διανοητικά σχήματα που επιβάλλονται από τον κοινωνικό δεσμό. Αυτό αποπειράται να περιγράψει ο Μαρξ όταν χρησιμοποιεί την έκφραση «χαρακτηρολογικές μάσκες» και αξιολογώ αυτήν τη διευκρίνηση ως ιδιοφυή προσθήκη. Αυτό που διαφοροποιεί τις κοινωνικές σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής είναι ότι στην πρώτη οι κοινωνικές σχέσεις δεν παίρνουν τη μορφή κοινωνικών σχέσεων μεταξύ πραγμάτων. Ο μεσαιωνικός κόσμος διαμεσολαβείται από κοινωνικά φαντασιακά που δεν είναι προϊόντα της ελεύθερης διαβούλευσης των κοινωνικών υποκειμένων∙ αυτά επιβάλλονται στα υποκείμενα από μια κοινωνική μορφή βασισμένη στην κυριαρχία. Αλλά τα κοινωνικά αυτά φαντασιακά δεν περνούν μέσα από τη γενικευμένη επιβολή της εμπορευματικής μορφής. Κοινωνική αδικία, ανισότητα και ιεραρχία υπάρχουν σε όλες τις ιστορικές κοινωνίες∙ μόνο στον καπιταλισμό αυτή η ανισότητα μυστικοποιείται από την παραγωγή και κυκλοφορία εμπορευμάτων. μόνο στην καθολικευμένη εμπορευματική παραγωγή τα κοινωνικά φαντασιακά υπάγονται σε μια συγκεκριμένη λογική, αυτήν της αυτοαναπαραγώμενης αξίας. Κάθε ιστορική κοινωνία διαθέτει τη συμβολική της τάξη∙ μόνο στον καπιταλισμό, ωστόσο, απαντάται ο φετιχισμός του εμπορεύματος. Κάθε ιστορική εποχή υπήρξε ανελεύθερη∙ μόνο ο καπιταλισμός είναι επιπλέον και ένας αντεστραμμένος κόσμος.

Η αγροτική πατριαρχική παραγωγή μιας αγροτικής οικογένειας

Εξαρχής μας προειδοποιεί ο συγγραφέας ότι δεν θα μιλήσει για την ---εν πολλοίς σκιώδη και αμφισβητούμενη--- περίπτωση του πρωτόγονου κομμουνισμού και της κοινοκτημοσύνης των αρχαίων πολιτισμών. Αντίθετα, θα καταπιαστεί με το «εγγύτερο παράδειγμα» της αγροτικής παραγωγής μιας πατριαρχικής οικογένειας. Η εγγύτητα αυτή, εντούτοις, περισσότερο συσκοτίζει παρά διασαφηνίζει. Η πατριαρχική αγροτική οικογένεια αντιδιαστέλλεται σε μια υποτιθέμενη ιστορική συνθήκη αλλά αυτό δεν ξεκαθαρίζει το οντολογικό καθεστώς του παραδείγματος: πρόκειται για πλησιέστερη ιστορική περίοδο όπου η συνολική κοινωνική παραγωγή οργανωνόταν δια της πατριαρχικής οικογένειας ή μήπως αναφερόμαστε σε μορφή οργάνωσης της παραγωγής που συνυπάρχει στο περιθώριο της καπιταλιστικής κοινωνίας; Η διατύπωση του Μαρξ παραμένει αινιγματική και ασαφής. Τείνω να διαβάσω την πατριαρχική οικογενειακή παραγωγή ως μορφή που ενυπάρχει τόσο στον καπιταλισμό, όσο και στις κοινωνικές μορφές που προηγήθηκαν. Έχω την αίσθηση πως ο Μαρξ αναφέρεται σε μια μορφή οικιακής παραγωγής που εκτυλίσσεται παράπλευρα με την εμπορευματική παραγωγή αλλά αυτό παραμένει εικασία εκ μέρους μου και δεν χρειάζεται να συμφωνήσετε. Όπως και να ‘χει, είναι αμφισβητήσιμο το κατά πόσο πρόκειται για ιστορική συνθήκη ή για μια αναλυτική αφαίρεση του Μαρξ προκειμένου να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της εμπορευματικής μορφής. Πλήρως αυτόνομη οικιακή παραγωγή, με την οικογένεια να παράγει αγροτικά προϊόντα, είδη κτηνοτροφίας, ενδύματα, εργαλεία, κατασκευαστικά υλικά και πολιτισμικά προϊόντα έχω την εντύπωση πως δεν υπήρξε σε καμία κοινωνία. Πάντοτε η οικιακή παραγωγή έπρεπε να συμπληρώνεται με κάποια μορφή πρόσβασης σε προϊόντα που παράγονταν εκτός της οικίας, με την πρόσβαση αυτή να παίρνει άλλοτε μορφή χαριστικότητας, άλλοτε αντιπραγματισμού, άλλοτε περιστασιακής ανταλλαγής, άλλοτε θεσμοθετημένων εγχρήματων συναλλαγών, ανάλογα πάντοτε με το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο. Εκτιμώ πως ο Μαρξ παραθέτει μια θεωρητική σχηματοποίηση και όχι μια διακριτή ιστορική οντότητα. Αλλά επαφίεμαι στη συλλογική κρίση να διορθώσει το τυχόν ερμηνευτικό μου σφάλμα.

Ο Μαρξ επαναλαμβάνει, όπως έκανε και στο παράδειγμα του Ροβινσόνα, ότι στις συνθήκες της οικογενειακής παραγωγής έχουμε καταμερισμό εργασίας, που αυτήν τη φορά εξαρτάται από τις εποχιακές συνθήκες, τον επιδιωκόμενο όγκο προϊόντων, τις ανάγκες της οικογενειακής κατανάλωσης αλλά κυρίως από τις έμφυλες σχέσεις και την ηλικιακή κατανομή των μελών. Ομοίως, ο χρόνος εργασίας της κάθε εργασίας είναι σημαντικός και γι’ αυτό ρυθμίζεται προσεχτικά. Τέλος, τα προϊόντα των διάφορων εργασιών αλλά και οι παραγωγικές δραστηριότητες που τα δημιούργησαν είναι άμεσα συλλογικές για τα μέλη της οικογένειας. Η οικογένεια παράγει συλλογικά προϊόντα που κατόπιν καταναλώνει η ίδια∙ η οικογενειακή παραγωγική μονάδα είναι πλήρως αυτάρκης. Αυτό συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει ανταλλαγή με άλλες παραγωγικές μονάδες. Συμπερασματικά, δεν υπάρχουν εμπορεύματα, μόνο προϊόντα εργασίας, αξίες χρήσεις. Επομένως, και οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας αλλά και με τα προϊόντα των εργασιών τους είναι άμεσες και αδιαμεσολάβητες. Δεν υπάρχει εδώ ίχνος φετιχισμού του εμπορεύματος.

Όπως και στο παράδειγμα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, όταν ο Μαρξ αναφέρεται σε αδιαμεσολάβητες κοινωνικές σχέσεις δεν τις εξιδανικεύει. Οι σχέσεις σε μια πατριαρχική οικογένεια μπορεί να είναι προσωποποιημένες και άμεσες αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι είναι ελεύθερες βίας και καταναγκασμού. Μπορεί να μην είναι φετιχοποιημένες αλλά αυτό δεν αναστέλλει το γεγονός ότι κάλλιστα μπορούν να είναι βαθιά καταπιεστικές. Ο έμφυλος και ηλικιακός καταμερισμός εργασίας ούτε φυσικός είναι, ούτε πηγαίος. Ο Μαρξ τον αποκαλεί εν παρόδω «αυτοφυή» αλλά αμέσως προσθέτει «ακριβώς όπως και η εμπορευματική παραγωγή» (σελ. 58, παρ. 2). Όπως δεν υπάρχει τίποτα φυσικό και αυτονόητο στην παραγωγή εμπορευμάτων, έτσι δεν υπάρχει και στην έμφυλη διάκριση. Με τον όρο «αυτοφυής» ο Μαρξ υπονοεί αυτόν που υπακούει στην εσωτερική του λογική, σε μια κοινωνικά διαμορφωμένη λογική εμμένεια και όχι σε μια φυσικοποιημένη συνθήκη.

Αναφύονται εδώ παρόμοια ζητήματα με το παράδειγμα του Μεσαίωνα: θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι οι σχέσεις εντός της αγροτικής οικογένειας είναι άμεσες και αδιαμεσολάβητες. Παραμένουν προσωπικές αλλά συγχρόνως υπακούουν σε κοινωνικές νόρμες. Η έμφυλη ασυμμετρία, ο έμφυλος διμορφισμός καθώς και ο έμφυλος καταμερισμός εργασίας είναι κοινωνικές μορφές και όχι αυτόνομες σχέσεις διαχωρισμένων οικογενειών. Κυριαρχικός στην οικογένεια δεν είναι μόνο ο πατέρας αλλά ο Πατέρας∙ καταπιεστικός δεν είναι κατά τυχαίο τρόπο ο ενίοτε άντρας αλλά η ίδια η πατριαρχία. Ο τρόπος που κατανέμονται οι δραστηριότητες της οικιακής εργασίας δεν είναι αυθόρμητος, υπάγεται σε γενικευμένες φαντασιακές σημασίες και σε μια κοινωνικά αναπαραγόμενη συμβολική γλώσσα. Το κατά πόσο τα νεαρά μέλη της οικογένειας γίνονται αντιληπτά ως μικροί ενήλικες ή αν υπάρχει παιδική ηλικία ως κοινωνική κατασκευή που θα πρέπει να προστατευτεί, το κατά πόσο οι ηλικιωμένοι θεωρούνται χρήσιμα μέλη του νοικοκυριού ή πλεονάζοντες, όλα αυτά δεν τα αποφασίζει κατά το δοκούν κάθε οικογένεια για τον εαυτό της∙ καθορίζονται από την ιστορικά προσδιορισμένη κοινωνική συνθήκη. Δεν υπάρχουν αυτόνομα νοικοκυριά, δεν υπάρχει ιδιωτική παραγωγή ξεκομμένη από την ευρύτερη κοινωνική σχέση. Η ίδια η επιβολή μιας διαχωρισμένης ιδιωτικότητας είναι παράγωγη της κοινωνικής σχέσης.

Πέρα, όμως, από τη διαπίστωση ότι οι οικογενειακοί δεσμοί είναι διαμεσολαβημένοι από το κοινωνικό πλαίσιο, ανακύπτουν εδώ και προβλήματα που αφορούν τη σχέση της αυτάρκους ιδιωτικής παραγωγής και κατανάλωσης με την γενική οικονομία. Η παραγωγή των ιδιωτικών νοικοκυριών δεν είναι ποτέ μονωμένη από την οικονομία. Η οικιακή εργασία, παραμένοντας απλήρωτη και χωρίς να εντάσσεται στον κύκλο της εμπορευματικής ανταλλαγής, συρρικνώνεται και διαστέλλεται ακολουθώντας αντιστρόφως ανάλογα τις διακυμάνσεις της εγχρήματης οικονομίας. Όταν αυξάνεται η ανεργία, οι πληθυσμοί που έχουν αυτήν τη δυνατότητα επιστρέφουν στην οικιακή παραγωγή για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Όταν υπάρχει ζήτηση, προϊόντα και δραστηριότητες που μέχρι τότε προορίζονταν για την εσωτερική κατανάλωση ενός νοικοκυριού πλέον εμπορευματοποιούνται. Όταν συστέλλεται το κοινωνικό κράτος και οι προνοιακές πολιτικές, το νοικοκυριό γίνεται πόλος αναπαραγωγής των μελών του. Η οικιακή εργασία είναι ένα μαξιλαράκι που περιβάλλει την επίσημη οικονομία και φουσκώνει και ξεφουσκώνει ανάλογα με τις απαιτήσεις της τελευταίας.

Αλλά ακόμη παραπέρα, η ίδια η απλήρωτη οικιακή εργασία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής αναπαραγωγής και της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Αυτό μας το έχουν διδάξει οι πολιτικές των φεμινιστριών της Ιταλικής Αυτονομίας αλλά και οι επίγονοί τους, η σύγχρονη Θεωρία της Κοινωνικής Αναπαραγωγής (Social Reproduction Theory). Η ίδια η διάκριση μεταξύ έμμισθης και απλήρωτης ---συχνά γυναικείας εργασίας--- υπαγορεύεται από την καπιταλιστική σχέση και είναι κομμάτι του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Κατ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, η αγροτική παραγωγή μιας πατριαρχικής οικογένειας δεν είναι εξωτερική προς το πλέγμα σχέσεων μιας κοινωνίας βασισμένης στην εμπορευματική μορφή. Προφανώς οι έννοιες αυτές δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη στην ακολουθία της ανάπτυξης του Κεφαλαίου. Και είναι άδικο να κατακρίνουμε τον Μαρξ εργαλειοποιώντας μεταγενέστερες θεωρητικές επεξεργασίες. Αλλά ίσως μπορούμε να μάθουμε περισσότερα αναδεικνύοντας τις αδυναμίες του κειμένου και εστιάζοντας στις ανεπάρκειες του, χωρίς αυτό να επιστρέφει στον συγγραφέα ως απόρριψη.

Μια ένωση ελεύθερων ανθρώπων

Υποθέτω αρχικά πως εδώ έχουμε μια εικόνα από το μέλλον. Οι ελεύθεροι άνθρωποι κατέχουν τα μέσα παραγωγής από κοινού και εργάζονται συλλογικά για την παραγωγή των προϊόντων. Παράγουν αξίες χρήσεις σύμφωνα με τις ανάγκες τους, οργανώνουν τον καταμερισμό εργασίας κατά τη δική τους βούληση, απασχολούνται όσες εργάσιμες ώρες κρίνουν οι ίδιες ότι πρέπει να δαπανηθούν. Τα μέσα εργασίας, το προϊόν της εργασίας αλλά και η ίδια η εργασία είναι άμεσα κοινωνικά. «Όλοι οι προσδιορισμοί της εργασίας του Ροβινσόνα επαναλαμβάνονται εδώ, με τη διαφορά ότι είναι κοινωνικοί αντί για οικονομικοί» (σελ. 58, παρ. 3). Οι σχέσεις παραγωγής καθορίζονται από τους ίδιους τους ελεύθερους ανθρώπους γι’ αυτό και «οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων προς τις εργασίες τους και προς τα εργασιακά τους προϊόντα παραμένουν εδώ διάφανα απλές τόσο στην παραγωγή όσο και στη διανομή» (σελ. 59, παρ. 1). Καθόλου παράξενο ότι στην ένωση ελεύθερων ανθρώπων δεν εντοπίζεται φετιχισμός του εμπορεύματος.

Ωστόσο, όταν ο Μαρξ καταλήγει να περιγράφει τον τρόπο διανομής του κοινωνικού προϊόντος αρχίζουν οι πρώτες αναταράξεις. Σε αυτήν την ένωση ελεύθερων ανθρώπων ο εργάσιμος χρόνος καθεμιάς έχει μια διπλή λειτουργία: από τη μία, ο υπολογισμός του βοηθάει στο να κατανέμονται αναλογικά οι εργασίες, χωρίς να επιβαρύνουν δυσανάλογα τον έναν ελεύθερο άνθρωπο προς όφελος του άλλου. Από την άλλη, ο χρόνος εργασίας της καθεμιάς προσδιορίζει και το ατομικό της μερίδιο στο συνολικό κοινωνικό προϊόν. Κατά πάσα πιθανότητα έχουμε εδώ συγκεκριμένους χρόνους εργασίας και όχι τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, αλλά αυτό δεν γίνεται ρητό και αυτό συντελεί στην περαιτέρω σύγχυση. Προκύπτει, όμως, το εξής ερώτημα: κατά πόσο διαφέρει αυτή η κοινωνία των ελεύθερων ανθρώπων από το μουτουαλιστικό πρόγραμμα του Προυντόν (Pierre-Joseph Proudhon); Σε τι ακριβώς διαφοροποιείται η αμοιβή με βάση τον εργάσιμο χρόνο που περιγράφει εδώ ο Μαρξ από τις συναλλαγματικές με τις οποίες θα αμείβονται οι μουτουαλιστές προυντονικής έμπνευσης;

O Μαρξ είχε γνωρίσει από κοντά τον Προυντόν όσο ζούσε στο Παρίσι και αρχικά αναπτύχθηκε μεταξύ τους σχέση φιλίας και συντροφικότητας. Γρήγορα, όμως, επιβεβαιώνοντας ένα σταθερό μοτίβο, ο Μαρξ αποστασιοποιείται από τις θεωρίες του Προυντόν και αρχίζει να ασκεί πολεμική στο έργο του. Επικριτικά σχόλια εμφανίζονται ήδη στην Αγία Οικογένεια (1845) ενώ η κριτική του Μαρξ κατατίθεται συστηματικά και διεξοδικά στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας που εκδίδεται το 1847 και αποτελεί απάντηση στη Φιλοσοφία της Αθλιότητας που είχε δημοσιεύσει ο Προυντόν έναν χρόνο πριν. Σε ένα σημείο της Αθλιότητας, ο Μαρξ διατυπώνει μια σκληρή, επιτιμητική κριτική:

Σύμφωνα μ’ έναν Αμερικανό οικονομολόγο, ο συναγωνισμός καθορίζει πόσες μέρες απλής εργασίας χωράνε μέσα σε μια μέρα σύνθετης (compliqué) εργασίας. Το να μετατρέπουμε έτσι τις μέρες σύνθετης εργασίας σε μέρες απλής εργασίας δε σημαίνει τάχα πως παίρνουμε σα μέτρο αξίας την ίδια απλή εργασία; Το γεγονός πώς σαν μέτρο της αξίας χρησιμοποιείται μονάχα η ποσότητα εργασίας, ανεξάρτητα απ’ την ποιότητα, σημαίνει πως η απλή εργασία έγινε με τη σειρά της το κίνητρο (pivot) της βιομηχανίας. Σημαίνει πώς οι εργασίες εξισώθηκαν με την υποδούλωση του ανθρώπου στη μηχανή ή με τον έσχατο καταμερισμό τής εργασίας. Σημαίνει πως οι άνθρωποι εξαφανίζονται μπροστά στην εργασία∙ πως ο ρυθμιστής του ωρολογιού έγινε πια το σωστό μέτρο της σχετικής δραστηριότητας δυο εργατών, όπως είναι κι ο ρυθμιστής της ταχύτητας δυο ατμομηχανών. Δεν πρέπει λοιπόν να λέμε πώς ή ώρα ενός ανθρώπου αξίζει όσο ή ώρα ενός αλλουνού ανθρώπου, μα να λέμε καλύτερα πως ένας άνθρωπος που δουλεύει μια ώρα, αξίζει όσο κι ένας άλλος άνθρωπος που δουλεύει μια ώρα. Ο χρόνος είναι το παν, ό άνθρωπος δεν είναι πια τίποτα. Είναι το πολύ πολύ ο σκελετός του χρόνου. Δεν υπάρχει πια ζήτημα ποιότητας. Μονάχα η ποσότητα αποφασίζει για όλα: ώρα για ώρα, μέρα για μέρα. Μα τούτη ή εξίσωση τής εργασίας δεν είναι καθόλου το έργο της αιώνιας δικαιοσύνης του κ. Προυντόν. Είναι απλούστατα το έργο της σύγχρονης βιομηχανίας. […] Ο κ. Προυντόν, στηρίζει την «εξισωτική» του πλάνη, που σκοπεύει να την πραγματοποιήσει σε παγκόσμια κλίμακα «στο μέλλον», πάνω σε τούτη την ισότητα που πραγματοποιήθηκε κιόλας απ’ την αυτόματη (μηχανική) εργασία. (Μαρξ, 1892, σελ. 49-50, διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου)

Ο Μαρξ αναγνωρίζει ότι στην ουτοπική κοινωνία που οραματίζεται ο Προυντόν συνεχίζει να υπάρχει κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, γι’ αυτό και το ουτοπικό του όραμα δεν έχει κατορθώσει ακόμα να αποτινάξει πλήρως τις καπιταλιστικές σχέσεις. Η θεωρία του Προυντόν αναπαράγει την αφαίρεση που βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής και ως εκ τούτου δεν καταργεί τη λογική της αξίας. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι στο παράδειγμα των ελευθέρων ανθρώπων ο Μαρξ δεν αναφέρεται στον κοινωνικά αναγκαίο εργασιακό χρόνο αλλά σε διαφορετικούς ατομικούς εργασιακούς χρόνους. Αυτό, όμως, δεν συνιστά ικανοποιητική απάντηση. Αφενός δεν μας επιλύει το ζήτημα της ανάλογης διανομής του κοινωνικού προϊόντος: αν έχουμε μη συγκρίσιμες ατομικές εργασίες τότε πώς μπορεί ο χρόνος εργασίας να παραμένει κριτήριο για τη διανομή του κοινωνικού προϊόντος; Αφετέρου, μας δίνεται και μια κειμενική ένδειξη ότι ο ίδιος ο Μαρξ δεν είναι απόλυτα ικανοποιημένος με το παράδειγμα. Και αυτό διότι σπεύδει να συμπληρώσει πως «[μ]όνο ως παραλληλισμό προς την εμπορευματική παραγωγή έχουμε προϋποθέσει ότι το μερίδιο του κάθε παραγωγού στα είδη διαβίωσης καθορίζεται από τον εργάσιμο χρόνο του» (σελ. 59, παρ. 1). Παραείναι ειλικρινής και φιλαλήθης ο Μαρξ για να αποσιωπήσει αυτόν τον εναπομείναντα «παραλληλισμό» με την εμπορευματική παραγωγή.

Η ίδια επιχειρηματολογία επαναλαμβάνεται στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα που γράφεται σε κατοπινή χρονολογία, το 1875, ως γράμμα που απευθύνεται στο μόλις ιδρυθέν SDAP (Sozialdemokratische Arbeiterpartei Deutschlands), ασκώντας πολεμική αυτήν τη φορά στην πλατφόρμα του κόμματος που προτείνεται από τη σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα υπό την καθοδήγηση του Λασάλ (Ferdinand Lasalle):

Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, αλλά αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την καπιταλιστική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία, επομένως, που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε. Επομένως ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός ---ύστερα από τις κρατήσεις--- παίρνει πίσω ακριβώς ό,τι της δίνει. Αυτό που της έδωσε είναι η ατομική του ποσότητα εργασίας. Για παράδειγμα, η κοινωνική εργάσιμη μέρα αποτελείται από το άθροισμα των ατομικών ωρών εργασίας. Ο ατομικός εργάσιμος χρόνος του μεμονωμένου παραγωγού είναι το τμήμα της κοινωνικής εργάσιμης μέρας που πρόσφερε ο ίδιος, είναι το μερτικό του σ’ αυτή. Παίρνει απ’ την κοινωνία μια απόδειξη ότι πρόσφερε τόση εργασία (ύστερα από αφαίρεση της εργασίας του για τα κοινά αποθέματα) και μ’ αυτή την απόδειξη παίρνει από την κοινωνική παρακαταθήκη μέσων κατανάλωσης τόσα, όσα αντιστοιχούν στη δουλειά που ξόδεψε. Την ίδια ποσότητα εργασίας, που έδωσε στην κοινωνία με μια μορφή, την παίρνει πίσω με άλλη μορφή.

Εδώ ολοφάνερα κυριαρχεί η ίδια αρχή που ρυθμίζει την ανταλλαγή εμπορευμάτων, εφόσον είναι ανταλλαγή ίσων αξιών. Το περιεχόμενο και η μορφή άλλαξαν, γιατί μέσα στις αλλαγμένες συνθήκες κανένας δεν μπορεί να δώσει τίποτε άλλο εκτός από την εργασία του, και γιατί, από την άλλη μεριά, τίποτα δεν μπορεί να περάσει στην ιδιοκτησία των μεμονωμένων προσώπων, εκτός από ατομικά μέσα κατανάλωσης. Όμως, σ’ ό,τι αφορά στη διανομή των μέσων κατανάλωσης στους μεμονωμένους παραγωγούς, κυριαρχεί η ίδια αρχή όπως και στην ανταλλαγή ισοδύναμων εμπορευμάτων (Warenäquivalenten), ανταλλάσσεται ίση εργασία σε μια μορφή με ίση εργασία σε άλλη μορφή. (Μαρξ, 2007, σελ. 21-22)

Όσο ο χρόνος εργασίας παραμένει κριτήριο για την πρόσβαση στα μέσα διαβίωσης, κάθε ένωση ανθρώπων θα παραμένει δέσμια της καπιταλιστικής λογικής. Αυτό μοιάζει να είναι το σχόλιο του Μαρξ. Τότε ενδεχομένως το τέταρτο παράδειγμα να μην αποτελεί εικόνα από το μέλλον αλλά παράδειγμα εναλλακτικής μορφής ένωσης παραγωγών εντός της εμπορευματοπαραγωγού κοινωνίας. Ενδεχομένως ο Μαρξ να αναφέρεται σε συνεργατικές, εργατικές κολεκτίβες και άλλες μορφές συνεργασίας παραγωγών εντός της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας και όχι σε μια οραματιζόμενη κομμουνιστική κοινωνία. Ωστόσο, αν σε αυτές τις ενώσεις συνεχίζει να επιβιώνει ο κοινωνικά αναγκαίος εργάσιμος χρόνος ως μέγεθος της αξίας, τότε επιβιώνει και η ίδια η εμπορευματική μορφή. Κατά συνέπεια εμφιλοχωρεί εδώ και ο φετιχιστικός χαρακτήρας που μάταια προσπαθούσαμε από την αρχή να εξοβελίσουμε. Άρα, το παράδειγμα παύει να λειτουργεί.

Ο Μαρξ θα μπορούσε να έχει ανασύρει πολύ πιο ξεκάθαρα παραδείγματα. Θα μπορούσε να επιλέξει μια πολύ πιο ξεκάθαρη μορφή μελλοντικής κοινωνίας που δεν θα χρειαζόταν να διατηρεί «παραλληλισμούς προς την εμπορευματική παραγωγή» για να στηρίξει το επιχείρημά του. Στις επόμενες σελίδες της κριτικής του στο Πρόγραμμα της Γκότα ο Κάρολος θα παραδεχτεί ότι στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας τέτοιες ελλείψεις δεν μπορούν να αποφευχθούν. Αλλά ταυτόχρονα μιλάει για μια «ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας», όπου θα κυριαρχεί το σύνθημα: «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του:» (Μαρξ, 2007, σελ. 23). Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει αντλήσει το παράδειγμα της ένωσης ελεύθερων ανθρώπων από αυτήν την ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας και όχι από μια συνθήκη παράλληλη προς την καπιταλιστική ή έστω μια μεταβατική κατάσταση. Και εδώ η πλαισίωση με το συγκεκριμένο παράδειγμα δεν μας διευκολύνει να ακολουθήσουμε το μαρξικό επιχείρημα. Το κριτήριο της μαρξικής επιλογής παραδείγματος μου διαφεύγει και πάλι.

Η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας

Είχαμε ισχυριστεί στην αρχή της ενότητας ότι η μαρξική ανάλυση για τον φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος εκτυλίσσεται συγχρόνως σε δύο επίπεδα: σε ένα πρώτο επίπεδο, ο Μαρξ εντοπίζει τον φετιχισμό στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις και στην αντικειμενική μορφή που παίρνουν αυτές εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σε ένα δεύτερο, ασχολείται με την πρόσληψη του φετιχισμού από τους θεωρητικούς της Πολιτικής Οικονομίας και τον ελλιπή τρόπο με των οποίο επιδιώκουν οι οικονομικές θεωρίες να ερμηνεύσουν τις ισχύουσες κοινωνικές σχέσεις. Στην τελευταία υποενότητα του Πρώτου Κεφαλαίου ο Μαρξ θα ασχοληθεί με το δεύτερο αυτό επίπεδο, επιδιδόμενος σε μια συνολική κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, δικαιολογώντας έτσι και τον υπότιτλο του βιβλίου του. Η αρχική πρόθεση, όταν παγιώθηκε η δομή του Κεφαλαίου, ήταν για τη συγγραφή τεσσάρων τόμων, από τους οποίους ο τελευταίος επιφυλασσόταν για το κλείσιμο των λογαριασμών του συγγραφέα με το σύνολο της πολιτικής οικονομίας. Ο τόμος αυτός, όπως γνωρίζουμε, δεν γράφτηκε ποτέ∙ αυτό που έχουμε στο τέλος του κεφαλαίου είναι η πιο οργανωμένη και συγκεντρωτική εκδοχή της κριτικής του Μαρξ στην επιστήμη της πολιτικής οικονομίας. Φυσικά και στους τρεις τόμους του βιβλίου απαντώνται διάσπαρτα πολλαπλά σχόλια πάνω σε οικονομικές θεωρίες, αποσπάσματα πολεμικών του συγγραφέα εναντίον συγκεκριμένων οικονομολόγων, επανορθωτικές διατυπώσεις εσφαλμένων οικονομικών αντιλήψεων. Πουθενά, όμως, δεν διατυπώνεται με την ίδια σαφήνεια μια συνολική κριτική της πολιτικής οικονομίας ως επιστημονικού κλάδου και ως ερευνητικού πεδίου, όπως συμβαίνει σε αυτές τις καταληκτικές σκέψεις της ενότητας για τον φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος.

Στο τέλος της υποσημείωσης 32 ο Μαρξ προβαίνει σε μια σημαίνουσα διάκριση. Διαχωρίζει την Κλασική Πολιτική Οικονομία από αυτό που θα αποκαλέσει ο ίδιος χυδαία (πολιτική) οικονομία. Στην πρώτη αποδίδει το status σοβαρής επιστήμης που αναζητά τους νόμους οργάνωσης της καπιταλιστικής οικονομίας. Η δεύτερη παραμένει εγκλωβισμένη στα επιφαινόμενα της κοινωνικής οργάνωσης, τα οποία τα ακολουθεί κατά γράμμα και τα εκλαμβάνει στην ονομαστική τους αξία χωρίς να αναζητά την πραγματική κίνηση και τη λογική που τα συνέχει. Η πρώτη παρέχει αντικειμενική επιστημονική γνώση, η δεύτερη λειτουργεί ως απολογητική του καπιταλισμού και αναμασά τις θεωρίες που βολεύουν τους κεφαλαιοκράτες.

Για να το τονίσω μια και καλή, υπό τον όρο κλασική πολιτική οικονομία εννοώ όλη την οικονομική επιστήμη από τον W. Petty και μετά η οποία ερευνά την εσωτερική συνάφεια του αστικού τρόπου παραγωγής σε αντίθεση προς τη χυδαία οικονομία, η οποία γυροφέρνει μόνο εντός της επιφαινόμενης συνάφειας και, για να προσφέρει μια αληθοφανή κατανόηση, τρόπον τινά, των πιο χοντροκομμένων φαινομένων και της καθημερινής αστικής ανάγκης, μηρυκάζει διαρκώς εκ νέου το υλικό που προ πολλού έχει αναδειχτεί από την επιστημονική οικονομία, αλλά κατά τα άλλα περιορίζεται στο να συστηματοποιεί, να σχολαστικοποιεί και να διακηρύττει ως αιώνιες αλήθειες τις κοινότοπες και αυτάρεσκες αντιλήψεις των αστικών πρακτόρων της παραγωγής για τον δικό τους καλύτερο κόσμο. (σελ. 61, υποσημείωση 32)

Οι χυδαίοι

Οι χυδαίοι οικονομολόγοι είναι εγκλωβισμένοι στη φαινομενικότητα των κοινωνικών διαδικασιών. Εκλαμβάνουν τη μορφή εμφάνισης της κοινωνικής λογικής ως φυσική και αυτονόητη. Αντιλαμβάνονται την τάση για ανταλλαγή όχι ως αποτέλεσμα της εμπέδωσης της εμπορευματικής μορφής αλλά ως φυσική ροπή του ανθρώπου. Όλες οι προηγούμενες μορφές κοινωνικής οργάνωσης αδυνατούσαν να συνειδητοποιήσουν αυτήν την εγγενή ροπή και την απέκρυβαν πίσω από θρησκευτικές χίμαιρες ---όπως συνέβαινε κατά τον Μεσαίωνα--- ή από αφηρημένες πολιτειακές μορφές ---όπως ίσχυε στην Αρχαία Αθήνα. Έτσι για τη χυδαία οικονομική θεωρία όλες οι προηγούμενες κοινωνίες ήταν τεχνητές∙ μόνο η νεωτερική συνθήκη είναι σε αρμονία με τη φυσική τάση του ανθρώπου να εμπορεύεται, μόνο η σύγχρονη κοινωνία εδραιώνεται πάνω στο ανθρώπινο ένστικτο για ανταλλαγή (σελ. 61, υποσημείωση 33). Η αληθινή ιδιότητα του homo economicus, κρυμμένη στις προγενέστερες κοινωνικές θεσμίσεις, αποκαλύπτεται στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία, επιτέλους χωρίς φενακισμούς και αυταπάτες∙ αυτό είναι το μοτίβο της χυδαίας οικονομίας.

Ορισμένοι από αυτούς τους οικονομολόγους κατάφεραν να διαπεράσουν τον φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος∙ σκόνταψαν, εντούτοις πάνω στον φετιχισμό του χρήματος. Τουλάχιστόν αυτό ισχυρίζεται ο Μαρξ για την περίπτωση των Εμποροκρατών και των Φυσιοκρατών (σελ. 62, παρ. 2). Αυτή η διατύπωση έχει ενδιαφέρον διότι υπονοεί ότι ο φετιχισμός δεν συνδέεται αποκλειστικά με την εμπορευματική μορφή αλλά με την ίδια τη λογική της αξίας. Εξυπακούεται ότι υπάρχει αντιστοίχως και φετιχισμός του χρήματος αλλά και φετιχισμός του κεφαλαίου. Μια σχετική υπόνοια μας προσφέρει και η υποσημείωση 32 όπου ο Μαρξ επισημαίνει το εξής: «Εάν λοιπόν θεωρηθεί εσφαλμένα ως αιώνια φυσική μορφή κοινωνικής παραγωγής, παραβλέπεται κατ’ ανάγκην το ειδοποιό χαρακτηριστικό της αξιακής μορφής, δηλαδή της εμπορευματικής μορφής, και, στην περαιτέρω ανάπτυξη, της χρηματικής μορφής, της κεφαλαιακής μορφής, κ.λπ.» (σελ. 60, υποσημείωση 32). Πάνω σε αυτόν τον φετιχισμό του χρήματος προσέκρουσε πριν από δύο αιώνες η σκέψη των Μερκαντιλιστών. Εξετάζοντας το χρήμα, δεν κατόρθωσαν να αποφύγουν τη φυσικοποιημένη αντίληψη ότι η αξία του πηγάζει από τις φυσικές ιδιότητες του χρυσού. Αλλά και οι Φυσιοκράτες που τους διαδέχθηκαν επανέλαβαν το ίδιο σφάλμα, αποδίδοντας την πηγή της αξίας στο έδαφος και την αγροτική παραγωγή.

Η ίδια κριτική του Μαρξ έχει άμεση εφαρμογή και στη σύγχρονη Νεοκλασική Οικονομική Θεωρία που αποτελεί τον κυρίαρχο κλάδο της οικονομικής επιστήμης στις μέρες μας. Η Νεοκλασική Θεωρία προσπαθεί να εξάγει την αξία των εμπορευμάτων από την οριακή χρησιμότητα που αποκομίζει ο καταναλωτής από το εν λόγω εμπόρευμα. Καθώς το άτομο χρησιμοποιεί ένα προϊόν αυξάνεται η συνολική χρησιμότητά του. Όμως η κατανάλωση κάθε επιπλέον μονάδας του ίδιου εμπορεύματος προσθέτει ολοένα και μικρότερη χρησιμότητα στο προϊόν. Αυτός ο νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας βρίσκεται στον πυρήνα των Νεοκλασικών οικονομικών θεωριών και μέσω αυτού του κανόνα θεμελιώνονται οι αξίες των εμπορευμάτων. Παρατηρούμε και εδώ την ίδια φυσικοποιητική λογική ότι οι αξίες δεν είναι κοινωνική σχέση αλλά προκύπτει από την ιδιωτική επιθυμία για κάποιο προϊόν, από τη σχέση προσφοράς και ζήτησης. Εφόσον απορρίπτουν κάθε έννοια της αξίας ως ενσωματωμένης εργασίας, οι Νεοκλασικές Θεωρίες που αναπτύχθηκαν μετά την εποχή του Καρόλου θα κατατάσσονταν από τον ίδιο στην κατηγορία της χυδαίας οικονομικής θεωρίας.

Οι χυδαίοι οικονομολόγοι ---αλλά και οι Νεοκλασικοί θεωρητικοί που τους διαδέχθηκαν--- αποδέχονται ότι η χρησιμότητα μπορεί να είναι σχετική, σχεσιακή και ως εκ τούτου κοινωνικά προσδιορισμένη. Ιδιοσυγκρασιακές προτιμήσεις, πολιτισμικά πρότυπα, ειδικές κοινωνικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν αυτό που θεωρείται χρήσιμο από κάθε άτομο. Αδυνατούν όμως, σύμφωνα με τον Μαρξ, να δεχθούν την ίδια σχεσιακή διάσταση για την αξία των εμπορευμάτων. Γι’ αυτούς οι αξίες χρήσεις είναι κατηγορήματα των ανθρώπων, οι αξίες κατηγορήματα των αντικειμένων. Κατ’ αυτήν την έννοια το ιδίωμα της χυδαίας πολιτικής οικονομίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η γλώσσα που μιλούν τα εμπορεύματα μεταξύ τους, όταν συναντιούνται στην αγορά (σελ. 62, παρ. 3). Όπως κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής για τα εμπορεύματα δεν έχει καμία σημασία η αξία χρήσης τους, έτσι και η πολιτική οικονομία του συρμού αποδίδει τη χρησιμότητα στους ανθρώπους, επιφυλάσσει, όμως, την αξία για τα ίδια τα αντικείμενα. Το ιδιόλεκτο των χυδαίων οικονομολόγων είναι η φωνή του τελάλη στην εμποροπανήγυρη. Από τη βαθιά τους πλάνη δεν αποσείονται ούτε με την επαλήθευση της αδυναμίας των χημικών επιστημόνων να ανακαλύψουν την ανταλλακτική αξία μεταξύ των φυσικών ιδιοτήτων των αντικειμένων, αλλά ούτε και με τη σαρκαστική χρήση περικοπών από θεατρικά του Σαίξπηρ (σελ. 63).

Οι κλασικοί

Ο Μαρξ αναγνωρίζει την Κλασική Πολιτική Οικονομία ως πραγματική επιστήμη με έγκυρο επιστημονικό πεδίο. Η Κλασική Πολιτική Οικονομία δεν περιορίζεται στην επιφάνεια των κοινωνικών φαινομένων αλλά αναζητά τους εσωτερικούς μηχανισμούς πίσω από αυτά τα φαινόμενα. Οι κλασικοί οικονομολόγοι σε αντίθεση με τους χυδαίους συναδέλφους τους δεν είναι απλά φερέφωνα των συμφερόντων της αστικής τάξης, δεν είναι τετριμμένοι απολογητές του συστήματος ταξικής κυριαρχίας. Οι θεωρητικοί της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας δεν μοιράζονται τις ίδιες προκαταλήψεις υπέρ της αστικής τάξης με τους οικονομολόγους της σειράς. Επιστρατεύουν την επιστημονική μέθοδο, θέτουν επιστημονικά ερωτήματα, ενδιαφέρονται για την επιστημονική αλήθεια. Ο Μαρξ δεν διστάζει να τους αποδώσει αυτήν την επιστημονική εντιμότητα. Κυρίως όταν πρόκειται για διανοητές όπως ο Άνταμ Σμιθ και ο Ρικάρντο. Σε ένα σημείο από τον Δεύτερο Τόμο των Θεωριών για την Υπεραξία ο Κάρολος σημειώνει για τις απόψεις του Ρικάρντο:

Ο Ρικάρντο θεωρεί τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής τον πιο επωφελή για την παραγωγή γενικά, τον πιο επωφελή για την παραγωγή του πλούτου και έχει δίκιο για την εποχή του. Θέλει την παραγωγή για την παραγωγή, και αυτό είναι σωστό. […]

Η ευθύτητα του Ρικάρντο δεν ήταν λοιπόν μόνο επιστημονικά έντιμη, αλλά κι επιστημονικά επιβεβλημένη για την άποψή του. Γι’ αυτό όμως του είναι εντελώς αδιάφορο, αν η παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σκοτώνει τη γαιοκτησία ή τους εργάτες. Του είναι επίσης ευπρόσδεκτο, αν αυτή η πρόοδος υποτιμάει το κεφάλαιο της βιομηχανικής αστικής τάξης. Αν η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας υποτιμήσει στο μισό το υπάρχον πάγιο κεφάλαιο — και τι μ’ αυτό; λέει ο Ρικάρντο. Έχει διπλασιαστεί η παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας. Εδώ υπάρχει λοιπόν επιστημονική εντιμότητα. Αν η αντίληψη του Ρικάρντο ανταποκρίνεται συνολικά στα συμφέροντα της βιομηχανικής αστικής τάξης, αυτό γίνεται μόνο επειδή κι εφόσον τα συμφέροντά της συμπίπτουν με τα συμφέροντα της παραγωγής ή της παραγωγικής ανάπτυξης της ανθρώπινης εργασίας. Στις περιπτώσεις που έρχονται σε αντίθεση μ’ αυτά είναι το ίδιο αμείλικτος ενάντια στην αστική τάξη, όσο είναι κατά τ’ άλλα ενάντια στο προλεταριάτο και την αριστοκρατία. (Μαρξ, 1982, σελ. 134-135)

Αυτή η αταλάντευτη αναζήτηση της αλήθειας δεν αργεί να τους φέρει και σε ρήξη με τις επιδερμικές αναλύσεις των χυδαίων οικονομολόγων. Είδαμε και προηγουμένως πως ο Ρικάρντο ασκούσε πολεμική στις απόψεις των Εμποροκρατών αλλά και των Φυσιοκρατών για την προέλευση της αξίας και την αξία του χρήματος. Άλλωστε, η εργασιακή του θεωρία της αξίας διαμορφώθηκε μέσα από την αντιπαράθεσή του με τέτοιες αντιλήψεις. Όπως έγραφε και ο Μαρξ στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, σε χωρίο που έχουμε ήδη παραθέσει, μπροστά στην επιστημονική εγκυρότητα των Άνταμ Σμιθ και Ρικάρντο:

[…] οι υπέρμαχοι της νομισματικής και της εμποροκρατικής προσέγγισης του οικονομικού συστήματος ---οι οποίοι αντιλαμβάνονται την ατομική ιδιοκτησία αποκλειστικά ως αντικειμενική ύπαρξη που βρίσκεται απέναντι στον άνθρωπο--- στο πλαίσιο της πολιτικής οικονομίας που κινείται στην προοπτική του Διαφωτισμού […] εμφανίζονται ως φετιχιστές, ως Καθολικοί. (Μαρξ, 2012, σελ. 113-114, οι υπογραμμίσεις στο πρωτότυπο)

Αυτή η αναγνώριση, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι ο Μαρξ συμφωνεί αναγκαστικά με τα πορίσματα αυτής της επιστημονικής μεθοδολογίας, ούτε και ότι τις θεωρίες τους τις εκλαμβάνει ως αλάθητες. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, όπως έχουμε ήδη δει, ο Μαρξ περιορίστηκε στο να στρέψει την ανάλυση του Ρικάρντο εναντία στην επιχειρηματολογία των Εμποροκρατών, χωρίς να αναπτύξει τη δική του κριτική. Πλέον, σε σχετικό απόσπασμα της ενότητας που εξετάζουμε ο Μαρξ καταγράφει αναλυτικά τους εγγενείς περιορισμούς της ίδιας της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας:

Η πολιτική οικονομία έχει μεν αναλύσει, αν και με ατελή τρόπο, την αξία και το αξιακό μέγεθος και έχει ανακαλύψει το περιεχόμενο που κρύβεται σ’ αυτές τις μορφές. Ποτέ δεν έθεσε όμως το ερώτημα γιατί αυτό το περιεχόμενο λαμβάνει αυτή τη μορφή, γιατί δηλαδή η εργασία παρασταίνεται στην αξία, και το μέτρο της εργασίας παρασταίνεται μέσω της διάρκειας της στο αξιακό μέγεθος του εργασιακού προϊόντος. Μορφές στις οποίες είναι γραμμένο στο μέτωπο ότι ανήκουν σε έναν κοινωνικό σχηματισμό όπου η παραγωγική διαδικασία διαφεντεύει τους ανθρώπους και οι άνθρωποι δεν διαφεντεύουν ακόμη την παραγωγική διαδικασία ισχύουν για την αστική συνείδηση της ως εξίσου αυτονόητη φυσική αναγκαιότητα όπως και η ίδια η παραγωγική διαδικασία. Πραγματεύεται λοιπόν τις προαστικές μορφές του οργανισμού της κοινωνικής παραγωγής όπως περίπου οι εκκλησιαστικοί πατέρες αντιμετωπίζουν τις προχριστιανικές θρησκείες. (σελ. 60-61)

Η Κλασική Πολιτική Οικονομία ανακάλυψε στην εργασία το περιεχόμενο της αξίας και στον εργάσιμο χρόνο το μέγεθος της. Δεν υπέβαλε, όμως, στον εαυτό της το κρίσιμο ερώτημα της μορφής: γιατί το περιεχόμενο παίρνει αυτή τη μορφή. Και αυτή η μη συντελεσμένη επερώτηση δεν είναι προϊόν παραμέλησης ή ολιγωρίας. Οι χυδαίοι οικονομολόγοι δεν ασχολούνται με το ερώτημα της μορφής διότι μεροληπτούν υπέρ των συμφερόντων των καπιταλιστών. Οι κλασικοί οικονομολόγοι δεν υιοθετούν μια αντίστοιχη στρατευμένη θέση. Η δική τους μεροληψία δεν οφείλεται σε υποκειμενική προτίμηση αλλά έχει συστημικό χαρακτήρα: υπαγορεύεται από τους περιορισμούς της ίδια τους της επιστήμης, της μεθοδολογίας και του ερευνητικού πεδίου που αυτή προσδιορίζει. Η ρικαρντιανή εργασιακή θεωρία της αξίας ασχολείται κυρίως με τα αξιακά μεγέθη, την καταμέτρηση της ενσωματωμένης εργασίας και τον ποσοτικό προσδιορισμό της παραγώμενης αξίας. Αντιλαμβάνεται την ενσωματωμένη εργασία ως φυσικό μέγεθος και όχι ως κοινωνική σχέση, την αξία ως διιστορική σταθερά και όχι ως ειδοποιό διαφορά της καπιταλιστικής κοινωνίας από κάθε άλλη κοινωνική μορφή που προηγήθηκε αυτής. Ως εκ τούτου δεν προβληματίζεται πάνω στην ιδιαίτερη ιστορική σύνδεση περιεχομένου και μορφής όπως αυτή συντελείται στην εμπορευματική κοινωνία. Σε αυτό το λογοθετικό πλαίσιο το ερώτημα της μορφής δεν μπορεί καν να τεθεί, δεν εμπίπτει στο πλέγμα σημασιών που συγκροτούν την οικονομική επιστήμη. Η ιστορική ιδιομορφία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν είναι εφικτό να προβληματοποιηθεί.

Μία από τις βασικές ελλείψεις της κλασικής πολιτικής οικονομίας είναι ότι δεν κατάφερε ποτέ από την ανάλυση του εμπορεύματος, και ειδικότερα της αξίας του εμπορεύματος, να ανακαλύψει τη μορφή της αξίας, η οποία την καθιστά ακριβώς ανταλλακτική αξία. Ιδιαίτερα οι καλύτεροι εκπρόσωποί της, όπως ο A. Smith και ο Ricardo, πραγματεύονται την αξιακή μορφή ως κάτι τελείως αδιάφορο ή εξωτερικό προς την ίδια τη φύση του εμπορεύματος. Ο λόγος για αυτό δεν είναι μόνο ότι η ανάλυση του αξιακού μεγέθους απορροφά πλήρως την προσοχή τους. Βρίσκεται βαθύτερα. Η αξιακή μορφή του εργασιακού προϊόντος είναι η πιο αφηρημένη αλλά και η πιο γενική μορφή του αστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος με αυτό τον τρόπο χαρακτηρίζεται ως ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικής παραγωγής, και έτσι χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα και ιστορικά. Εάν λοιπόν θεωρηθεί εσφαλμένα ως αιώνια φυσική μορφή κοινωνικής παραγωγής, παραβλέπεται κατ’ ανάγκην το ειδοποιό χαρακτηριστικό της αξιακής μορφής, δηλαδή της εμπορευματικής μορφής, και, στην περαιτέρω ανάπτυξη, της χρηματικής μορφής, της κεφαλαιακής μορφής, κ.λπ. (σελ. 60, υποσημείωση 32)

Ο Μαρξ καταλογίζει και στους θεωρητικούς της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας ότι αντιλαμβάνονται την αξία κατά τρόπο φυσικό και διαχρονικό. Αυτή η παραγνώριση παράγεται δομικά και αφορά κάθε έκφανση της πολιτικής οικονομίας, χυδαία ή κλασική. Όπως έγραφε ήδη στα Grundrisse, σε απόσπασμα που έχουμε συμπεριλάβει και παραπάνω:

Ο χοντροκομμένος υλισμός των οικονομολόγων, να βλέπουν τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής των ανθρώπων, και τους προσδιορισμούς που αποκτούν τα πράγματα καθώς υπάγονται σ’ αυτές τις σχέσεις, σαν φυσικές ιδιότητες των πραγμάτων, αποτελεί εξίσου χοντροκομμένο ιδεαλισμό, και μάλιστα φετιχισμό, που αποδίνει στα πράγματα κοινωνικές σχέσεις σαν ενύπαρκτους σ’ αυτά προσδιορισμούς και μ’ αυτό τον τρόπο τα περιβάλλει με μυστήριο. (Μαρξ,1989, σελ. 527)

Η συστηματική αυτή παραγνώριση που παράγεται εμμενώς στην οικονομική θεωρία έχει τρεις σημαντικές προεκτάσεις:

  1. Ιστοριογραφική. Οι οικονομολόγοι παραλαμβάνουν και επαναλαμβάνουν τις κατηγορίες του αστικού δικαίου ως αυτονόητες και σύμφυτες της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ιδιοκτησία γίνεται αντιληπτή ως φυσικό γνώρισμα του ανθρώπου, η ροπή για ανταλλαγή ως ανθρώπινη ιδιότητα, η ζήτηση καθορίζεται από ενδόμυχες επιθυμίες των ατόμων, η εργασία παράγει αξία σε κάθε κοινωνία. Έτσι, όμως, αδυνατούν να αντικρίσουν την ιστορική ιδιαιτερότητα της καπιταλιστικής συνθήκης. Απλώνουν στο σύνολο της ιστορίας της ανθρωπότητας κατηγορίες που ανήκουν κατ’ αποκλειστικότητα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο φυσικοποιούν τις συνθήκες αναπαραγωγής της νεωτερικής κοινωνίας και μυστικοποιούν τη συγκεκριμένη λογική που υπαγορεύει την αναπαραγωγή αυτή. Χάνεται από την ανάλυση ο ιδιαίτερος και ανεπανάληπτος χαρακτήρας της εμπορευματικής κοινωνίας, εξαχνώνεται το λογικό και ιστορικό περίγραμμα της ιδιάζουσας αυτής κοινωνικής σχέσης. Κατά συνέπεια καθίσταται προβληματική η διάκριση των κοινωνικών μορφών και δυσχεραίνεται η ιστορική τους περιοδολόγηση.

  2. Αναλυτική. Η πολιτική οικονομία απασχολείται με την ποσοτικοποίηση της αξίας και τη μαθηματικοποίηση των αξιακών μεγεθών. Οι υπολογισμοί της είναι συχνά σωστοί και οι προβλέψεις της επικυρώνονται συχνά από την κοινωνική πραγματικότητα. Ο Μαρξ δεν αμφισβητεί τα πορίσματά της. Οι οικονομολόγοι είναι απόλυτα ικανοί να καταμετρούν έναν αντεστραμμένο κόσμο εμπορευματικής παραγωγής αλλά οι μετρήσεις τους προϋποθέτουν αυτήν ακριβώς την αναστροφή. Οι τυπικές αφαιρέσεις της επιστήμης των οικονομικών αντιμεταθέτουν τη θέση υποκειμένου με αυτήν του κατηγορήματος αλλά αυτή η αντιμετάθεση συμβαίνει ήδη εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας. Οι μυστικοποιήσεις της πολιτικής οικονομίας δεν αναπαριστούν μια ιδεολογική αναστροφή της πραγματικότητας αλλά τη θεωρητική έκφραση μιας πραγματικής αναστροφής. Οι θεωρίες των οικονομολόγων είναι απόλυτα επαρκείς για να περιγράψουν μια συνθήκη όπου οι κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων λαμβάνουν τη μορφή κοινωνικών σχέσεων των προϊόντων της εργασίας τους. Η οικονομική επιστήμη είναι η αληθής κοινωνιολογία μιας κοινωνίας εμπορευμάτων. Ως εκ τούτου, η μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας δεν έρχεται απλώς να διορθώσει τις ιδεολογικές της μυστικοποιήσεις αλλά καταφέρεται κυρίως εναντίον των αλλοτριωμένων μορφών κοινωνικής ζωής που η πολιτική οικονομία περιγράφει αλλά δεν δύναται να ερμηνεύσει.

  3. Πολιτική. Οι κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας αντιμετωπίζουν την πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων ως τετελεσμένη. Αντιλαμβάνονται την απρόσωπη καπιταλιστική σχέση ως δεδομένη και αυτονόητη. Δεν την αμφισβητούν, την προϋποθέτουν. Ο Μαρξ θα επιστρατεύσει στρατηγικά τη ρικαρντιανή θεωρία της ενσωματωμένης εργασίας για να αντικρούσει τους χυδαίους οικονομολόγους. Ωστόσο, το βασικό του μέλημα δεν είναι να καταδείξει ότι πίσω από την αξία υπάρχει αφηρημένη εργασία αλλά να καταγγείλει αυτήν ακριβώς την πραγματική αφαίρεση. Η κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι παράλληλα και κριτική των όρων αναπαραγωγής της μοναδικής κοινωνικής μορφής στην οποία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί.

Επίλογος

Βρισκόμαστε πλέον σε θέση να σκιαγραφήσουμε τα δύο επίπεδα της μαρξικής κριτικής στα οποία έγινε αναφορά στην προηγούμενη παρουσίαση. Στο πρώτο μέρος της ενότητας για τον φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος ο Μαρξ στοιχειοθέτησε μια καταγγελία του φετιχισμού που ενυπάρχει στον τρόπο που σχετίζονται οι άνθρωποι στον καπιταλισμό. Στο τελευταίο μέρος της ίδια ενότητας άρθρωσε μια κριτική στον τρόπο με τον οποίο η πολιτική οικονομία αντιλαμβάνεται την καπιταλιστική κοινωνία. Σε πρώτο επίπεδο αξίωσε ότι ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας αναδύεται μόνο μέσα από την κοινωνικοποίηση των προϊόντων της εργασίας αυτής. Μέσα από την ίδια την κοινωνική πρακτική, την παραγωγή και κυκλοφορία εμπορευμάτων, οι σχέσεις των ανθρώπων μετατρέπονται σε σχέσεις των ίδιων των εμπορευμάτων. Η αντιστροφή του κοινωνικού δεσμού σε πραγμοποιημένη σχέση δεν συντελείται στη συνείδηση των υποκειμένων αλλά στην καθημερινή πρακτική. Η λογική της αξίας που ρυθμίζει την κοινωνική ζωή δεν είναι ιδεολογικό σχήμα αλλά μια πραγματική αφαίρεση.

Σε δεύτερο επίπεδο, συμπλήρωσε αυτήν την κριτική των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων με μια κριτική του τρόπου με τον οποίο η πολιτική οικονομία μεταφράζει αυτήν την πραγματική αφαίρεση σε οικονομική θεωρία. Η αρχική καταγγελία του καπιταλισμού ως κοινωνικής μορφής συνοδεύεται και με μια καταγγελία των ιδεολογικών προσλήψεων αυτής της κοινωνικής μορφής. Ο Μαρξ καταδικάζει τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και ταυτόχρονα το κοσμοείδωλο που συντηρεί και αναπαράγει τις σχέσεις αυτές. Αν στην εμπορευματική παραγωγή οι σχέσεις των ανθρώπων βρίσκονται αντεστραμμένες ως σχέσεις πραγμάτων, η οικονομική θεωρία εκλαμβάνει αυτήν την αναστροφή ως αυτονόητη∙ την απλώνει στο σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας και με αυτόν τον τρόπο τη φυσικοποιεί. Η πολιτική οικονομία μυστικοποιεί στο επίπεδο της νοητικής πρόσληψης την πραγματική αφαίρεση που ενυπάρχει στο επίπεδο της κοινωνικής πράξης. Η φετιχοποίηση λαμβάνει χώρα στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων, η μυστικοποίηση στο επίπεδο του θεωρητικού λόγου.

Η ανάγνωση που δοκιμάστηκε σε αυτήν την παρουσίαση περιστράφηκε γύρω από τους κάτωθι άξονες και μάλιστα αξιώνει ότι ταυτίζεται σε αυτούς με την διορατικότερη εκδοχή της μαρξικής σκέψης. Αναλαμβάνει, λοιπόν, την ευθύνη της καταληκτικής διατύπωσης πως για τον Μαρξ:

  • Ο φετιχισμός του εμπορεύματος δεν είναι αρχαϊκό κατάλοιπο αλλά καθαρά νεωτερικό φαινόμενο. Είναι συνυφασμένος με τη σύγχρονη εποχή και την εμπορευματική κοινωνία.

  • Ο φετιχισμός του εμπορεύματος δεν είναι αυθαίρετος αλλά συστημικός. Προκύπτει από την ίδια την εμπορευματική μορφή, πηγάζει από τη λογική της αξίας. είναι εμμενής στην κοινωνία της Νεωτερικότητας.

  • Ο φετιχισμός του εμπορεύματος δεν είναι περιθωριακό φαινόμενο, δεν αφορά μεμονωμένα εμπορεύματα. Καταλαμβάνει την ολότητα της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας. Είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Η ίδια η ύπαρξη του φετιχιστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος διευκολύνει την ολοποίηση του κοινωνικού στη λογική της αξιοποίησης.

  • Ο φετιχισμός του εμπορεύματος δεν είναι συνειδησιακή παραγνώριση, ιδεολογική πλάνη. Παράγεται από την μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Για την άρση του δεν απαιτείται διαφώτιση των συνειδήσεων αλλά ριζικός μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων, των λογοθετικών πρακτικών συμπεριλαμβανομένων.

  • Ο φετιχισμός του εμπορεύματος δεν είναι η αναπαράσταση της φανταστικής σχέσης των ανθρώπων με τις πραγματικές συνθήκες ζωής τους. Είναι η ίδια η μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων σε σχέσεις που συνάπτονται μεταξύ εμπορευμάτων. Πραγματικότητα είναι αυτή ακριβώς η μετατροπή.

  • Ο φετιχισμός του εμπορεύματος μυστικοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η λύση αυτού του μυστηρίου αποκαλύπτει τον ανθρώπινο πυρήνα του κοινωνικού δεσμού ή την αδιαφοροποίητη ανθρώπινη εργασία ως περιεχόμενο της αξίας. Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν πάντοτε ήδη μετατραπεί σε σχέσεις πραγμάτων. Υπόσταση της αξίας είναι μόνο η αφηρημένη εργασία. Ο φετιχισμός είναι συγχρόνως η μυστικοποίηση του εμπορεύματος αλλά και η αλήθεια του. Αν ξύσουμε τον φετιχισμό δεν θα βρούμε τον άνθρωπο∙ θα ξαναβρούμε το αναδιπλασιασμένο είδωλο της αξίας να αυτοαναπαράγεται στο διηνεκές.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

  1. Αλτουσέρ, Λουί, (1999). Το πρόβλημα του «φετιχισμού» στον Μαρξ. Περιοδικό Θέσεις, τεύχος 66 (Ιανουάριος-Μαρτιος 1999). Ανακτήθηκε από: http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=658:category-658&catid=50&Itemid=113

  2. Καστοριάδης, Κορνήλιος (1991). Αξία, ισότητα, δικαιοσύνη, πολιτική: Από τον Μαρξ στον Αριστοτέλη και από τον Αριστοτέλη σ’ εμάς. Στο Καστοριάδης, Κορνήλιος. Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου. Αθήνα: Εκδόσεις Υψιλον/βιβλία, σελ. 323.

  3. Clarke, Simon (1991). Marx, Marginalism and Modern Sociology: From Adam Smith to Max Weber. Palgrave Macmillan.

  4. Latour, Bruno (2010). On the Modern Cult of the Factish Gods. London: Duke University Press.

  5. O’Kane, Chris (2013). Fetishism and Social Domination in Marx, Lukacs, Adorno, Lefebvre (Διδακτορική Διατριβή). University of Sussex. Ανακτήθηκε από: https://sussex.figshare.com/articles/thesis/Fetishism_and_social_domination_in_Marx_Luk_cs_Adorno_and_Lefebvre/23400227

  6. Pepperell, Nicole (2010). Disassembling Capital. (Διδακτορική Διατριβή). School of Global Studies, Social Science and Planning, Portfolio of Design and Social Context, RMIT University. Ανακτήθηκε από: https://rtheory.files.wordpress.com/2011/06/disassembling-capital-n-pepperell.pdf

  7. Perlman, Fredy (1968). Commodity Fetishism: An introduction to I.I. Rubin’s Essays on Marx’s Theory of Value. Ανακτήθηκε από: https://theanarchistlibrary.org/library/fredy-perlman-commodity-fetishism-an-introduction-to-i-i-rubin-s-essay-on-marx-s-theory-of-valu

  8. Rubin, Isaak Illich (1973). Essays on Marx’s Theory of Value. Montreal: Black Rose Books. Ανακτήθηκε από: https://www.marxists.org/archive/rubin/value/

Βιβλιογραφικές Πηγές

  1. Μαρξ, Καρλ (1892). Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας: Απάντηση στη Φιλοσοφία της Αθλιότητας του κ. Προυντόν. Αθήνα: Νέοι Στόχοι.

  2. Μαρξ, Καρλ (1982). Θεωρίες για την Υπεραξία: Τόμος Β. Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

  3. Μαρξ, Καρλ (1989). Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Αθήνα: Εκδόσεις Στοχαστής.

  4. Μαρξ, Καρλ (2007). Κριτική του Προγράμματος της Γκότα. Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

  5. Μαρξ, Καρλ (2012). Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844. Αθήνα: Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.